e-mail



koukouraeugenia@hotmail.com

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΙΕΡΟΛΟΧΙΤΕΣ ΤΗΣ ΘΗΒΑΣ

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΤΗ ΧΑΙΡΏΝΕΙΑ

Ο Αλέξανδρος πήρε μέρος επίσης στη μάχη της Χαιρώνειας, (το 338 π.Χ, όπου ο Φίλιππος νίκησε το συνασπισμό των Ελλήνων και έγινε κυρίαρχος σ’ ολόκληρη την Ελλάδα). Λένε μάλιστα πως πρώτος διέσπασε τις γραμμές του ιερού λόχου των Θηβαίων. Ακόμα και στις μέρες μας, (λέει ο Πλούταρχος) δείχνουν κοντά στον Κηφισό μια βελανιδιά που την ονομάζουν ΒΕΛΑΝΙΔΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ. Κάτω από εκείνο το δέντρο τότε είχε τη σκηνή του ο Αλέξανδρος. Εκεί κοντά βρίσκεται και το «ΠΟΛΥΑΝΤΔΡΙΟ» (ο κοινός τάφος) των Μακεδόνων.

«Βίος Αλεξάνδρου» Πλουτάρχου


Η ΒΕΛΑΝΙΔΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

Ο Φίλιππος (το 338 π.Χ) οδηγώντας τριάντα χιλιάδες (30.000) στρατό, ήρθε εναντίον των Θηβαίων και των συμμάχων. Τότε για πρώτη φορά, ο Αλέξανδρος συνόδεψε τον πατέρα του στη Χαιρώνεια και από τότε και στο εξής συμμετέχει κι αυτός ενεργά στις πολεμικές επιχειρήσεις. Οι σύμμαχοι είχαν στρατοπεδεύσει σ’ έναν ναό κοντά στον Κηφισσό ποταμό και κάποια μεγάλη βελανιδιά κοντά στη μια του όχθη, αργότερα έλεγαν ότι ήταν η σκηνή του Αλεξάνδρου.

«Η ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου» Κόιντου Κούρτιου Ρούφου


Ο ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΙΕΡΟΛΟΧΙΤΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΧΑΙΡΩΝΕΙΑΣ

«Ιερές σκιές των νεκρών, για τη σκληρή και αποτρόπαιη μοίρα σας δεν είμαι αίτιος εγώ, αλλά ο καταραμένος ΔΙΧΑΣΜΟΣ, που ώθησε αδελφικά έθνη και ομόφυλους λαούς να σηκώσουν φονικό χέρι, ο ένας εναντίον του άλλου. Όχι μονον δεν χαίρομαι για τη νίκη εναντίον σας τώρα, αλλά αντίθετα λυπάμαι που δεν ευτύχησα να σας έχω ζωντανούς και συσπειρωμένους γύρω μου, αφού μάλιστα μας συνδέει Η ΙΔΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΑ, Η ΙΔΙΑ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΙ ΠΟΘΟΙ.
Επαινω΄την ανδρεία σας, αλλά θα ήθελα να σας φανώ χρήσιμος σε α΄λλη περίσταση.
Χαίρετε (να χαίρεστε) λοιπόν στις κατοικίες του Άδη!
Χαίρετε γεννάιοι πολεμιστές.

«Η ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου» Κόιντου Κούρτιου Ρούφου

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΕΞΗΜΕΡΩΝΕΙ ΤΗΝ ΑΣΙΑ


Η εκμάθηση της Ελληνική γλώσσας

Ο Αλέξανδρος επειδή φοβόταν, μήπως οι Μακεδόνες αποκάμουν και δεν συνεχίσουν την υπόλοιπη εκστρατεία του, άφησε το μεγαλύτερο πλήθος του στρατού του στα Εκβάτανα κι ο ίδιος αφού πήρε μαζί του τους επίλεκτους είκοσι χιλιάδες (20.000) πεζούς και τρεις χιλιάδες (3000) ιππικό, έκανε εισβολή στην Υρκανία για να δικαιολογήσει εκείνη την εκστρατεία του είπε πως οι βάρβαροι τώρα θα τους βλέπουν σαν όνειρο, αν όμως αναστατώσουν μόνο την Ασία και φύγουν, οι βάρβαροι θα τους επιτεθούν, γιατί θα τους θεωρήσουν για «γυναίκες». Παρ’ όλα αυτά άφησε όσους ήθελαν να φύγουν. Παραπονέθηκε όμως ότι, αν κατακτάει την ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ για λογαριασμό των Μακεδόνων, εκείνοι τον άφησαν να πάει στην εκστρατεία μόνο του με τους εταίρους (τους φίλους) του και τους εθελοντές. Αυτά τα έγραψε σχεδόν αυτολεξεί σ’ ένα γράμμα που έστειλε στον Αντίπατρο, (στρατηγό, φίλο του Φιλίππου, τον οποίο ο Αλέξανδρος άφησε ως αντιβασιλέα στην Ευρώπη κατά την διάρκεια της εκστρατείας του εναντίον των Περσών). Ο Αλέξανδρος γράφει ακόμα στο γράμμα πως μόλις είπε στους Μακεδόνες εκείνα τα λόγια, του φώναξαν όλοι μαζί, να τους οδηγήσει σ’ όποιο σημείο της ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ θέλει.
Κι όταν αυτοί δέχτηκαν να πάρουν, μέρος στην εκστρατεία, δεν ήταν πια δύσκολο να παρασύρει και το υπόλοιπο πλήθος. Τον ακολούθησε, κι αυτό χωρίς αντιρρήσεις. Από τότε προσπαθούσε, ο ίδιος να πλησιάσει τον τρόπο της ζωής των ντόπιων κι εκείνους πάλι να τους προσαρμόσει στα Μακεδονικά έθιμα. Γιατί πίστευε πως όταν θα έφευγε μακριά, την κατάσταση θα την σταθεροποιούσε πιο πολύ η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΜΕΙΞΙΑ ΚΑΙ Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ παρά η επιβολή βίας. Γι’ αυτό διάλεξε τριάντα χιλιάδες (30000)
παιδιά κι αφού διόρισε πολλούς επιστάτες έδωσε διαταγή να ΜΑΘΑΙΝΟΥΝ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ και να ασκούνται στα Μακεδονικά όπλα.

ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΕΦΟΔΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

Πιστεύουμε σ’ αυτούς που γράφουν πως κάποτε ο Αλέξανδρος είπε ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια τον ακολουθούσαν ως εφόδιο στην εκστρατεία του, επειδή σεβόμαστε τον Όμηρο.

Ο Αλέξανδρος αποκαλούσε την Ιλιάδα
«ΕΓΚΟΛΠΙΟ ΤΗΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΑΡΕΤΗΣ».
Την πήρε διορθωμένη από τον δάσκαλο του τον Αριστοτέλη και την τοποθέτησε στο πολυτιμότερο σκεύος από τα λάφυρα του Δαρείου, τον ΝΑΡΘΗΚΑ, ένα υπέροχα διακοσμημένο κιβωτίδιο. Μαζί με το σπαθί του ο Αλέξανδρος είχε την Ιλιάδα κάτω από το προσκέφαλο του.

Από άλλα βιβλία, επειδή δεν εύρισκε ο Αλέξανδρος στα βάθη της Ασίας, παρήγγειλε στον Άρπαλο, να του στείλει., κι ο Άρπαλος (στρατηγός και φίλος του Αλέξανδρου) του έστειλε τα βιβλία του Φιλίστου (ιστορικού) και αρκετές τραγωδίες του Ευριπίδη, του Σοφοκλή και του Αισχύλου, καθώς και τους διθυράμβους που είχαν γράψει ο Τέλετος (λυρικός ποιητής από την Σικελία) κι ο Φιλόξενος (ποιητής από τα Κύθηρα).

Όταν ο Αλέξανδρος ΕΞΗΜΕΡΩΝΕ ΤΗΝ ΑΣΙΑ,
ο Όμηρος διαβάζονταν απ΄ όλους και τα παιδιά των Περσών, των Σουσιανών και των Γεδρωσίων τραγουδούσαν τις τραγωδίες του Ευριπίδη και του Σοφοκλή.

Και μπορεί ο Σωκράτης να καταδικάστηκε, μέσω συκοφαντών, διότι «εισήγαγε ξένα δαιμόνια» στην Αθήνα, αλλά η Βακτριανή και ο Καύκασος εξ αιτίας του Αλέξανδρου προσκύνησαν τους θεούς των Ελλήνων.

Ο Πλάτων, πάλι, έγραψε μια Πολιτεία, όμως λέγω ότι λόγω της αυστηρότητας του χαρακτήρος της δεν έπεισε κανένα να την χρησιμοποιήσει. Ο Αλέξανδρος όμως μέσα σε βαρβαρικά έθνη έχτισε περισσότερες από εβδομήντα (70) πόλεις κι έπειτα σ’ ολόκληρη την Ασία ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΞΟΥΣΙΕΣ και νίκησε μ’ αυτή τη μέθοδο τον ανήμερο και θηριώδη τρόπους ζωής. Και τους μεν Νόμους του Πλάτωνος, λίγοι τους διαβάζουμε, ενώ τους Νόμους του Αλέξανδρου, μυριάδες άνθρωποι τους χρησιμοποίησαν και τους χρησιμοποιούν. Πιο ευτυχισμένοι λοιπόν, είναι αυτοί που υποτάχτηκαν στον Αλέξανδρο, από εκείνους που ξέφυγαν από την εξουσία του. Γιατί αυτή την άθλια ζωή κανείς δεν τη σταμάτησε, ενώ εκείνους ο νικητής τους ανάγκασε να ζουν ευτυχισμένοι.

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Και πρώτα αν θέλεις εξέτασε το πιο παράδοξο. Να συγκρίνεις τους μαθητές του Αλέξανδρου, με τους μαθητές του Πλάτωνα και του Σωκράτη. Ο Πλάτων και ο Σωκράτης, ήταν ευφυείς και μετέδωσαν τις διδασκαλίες τους σε μαθητές, ΟΜΟΓΛΩΣΣΟΥΣ μ’ αυτούς, οι οποίοι αν μη τι άλλο κατανοούσαν την
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ.
Κι όμως ο Πλάτων και ο Σωκράτης δεν έπεισαν πολλούς απ’ αυτούς, αλλά οι Κριτίες και οι Αλκιβιάδες και οι Κλειτοφώντες, σα να ήταν χαλινάρι ο λόγος του δασκάλου τους, τον έφτυσαν και πήραν άλλους δρόμους.

Όμως αν εξετάσεις την ΠΑΙΔΕΊΑ που επέβαλλε ο Αλέξανδρος, θα έβλεπες ότι τους Υρκανείς τους έμαθε να παντρεύονται και τους Αραχωσίους να καλλιεργούν τη γη. Τους Σογδιανούς τους έμαθε να συντηρούν τους γονείς τους και να μην τους σκοτώνουν και τους Πέρσες να σέβονται τις μητέρες τους και να μην τις παντρεύονται. (Ο Ξέρξης, μετά το θάνατο του πατέρα του, του Δαρείου, νυμφεύτηκε τη μητέρα του την Ατόσσα).
Ω, η θαυμαστή εκείνη φιλοσοφία μέσω της οποίας οι Ινδοί προσκυνούν τους Ελληνικούς Θεού και οι Σκύθες θάβουν τους νεκρούς και δεν τους τρώνε.
Αν λοιπόν οι φιλόσοφοι θεωρούν ως το μεγαλύτερο κατόρθωμα την ΕΞΗΜΕΡΩΣΗ και την ΑΛΛΑΓΗ των σκληρών ηθών, χωρίς ΠΑΙΔΕΙΑ, τότε ο Αλέξανδρος, ο οποίος φαίνεται ότι άλλαξε μυριάδες έθνη και θηριώδεις φύσεις, θα πρέπει ……να θεωρείται ως ο σπουδαιότερος φιλόσοφος.

ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

Τα ίχνη μου θα τα δείχνει ο Καύκασος και τα ΗΜΩΔΑ
(ΙΜΑΪΚΟΝ-ΙΜΑΟΝ-ΙΜΑΛΑΙΑ) και η Κασπία θάλασσα.

ΑΥΤΑ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΜΟΥ


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΠΛΟΥΤ. ΒΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΛΕΞ. ΤΥΧΗΣ Η ΑΡΕΤΗΣ ΛΟΓΟΣ Α ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ Β


Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ



Ηροδότου Ιστοριών βιβλίο Α΄ Κλειώ, κεφ. 57ο

Για την γλώσσα την οποία μιλούσαν οι Πελασγοί, δεν μπορώ να πω κάτι με ακρίβεια. Αν όμως πρέπει να πω κάτι κρίνοντας πρώτον από τους Πελασγούς οι οποίοι υπάρχουν σήμερα και κατοικούν πάνω από τους Τυρρηνούς (σύμφωνα με τον Θουκυδίδη Δ΄, 109, οι Τυρρηνοί κατοικούν πάνω από τον Άθω, στην πόλη Κρηστώνα, σημερινό Κιλκίς), οι οποίοι άλλοτε ήταν γείτονες μ’ εκείνους οι οποίοι σήμερα ονομάζονται Δωριείς που εκείνη την εποχή κατοικούσαν την χώρα η οποία ονομάζεται Θεσσαλιώτις (η σημερινή Θεσσαλία, η οποία ονομαζόταν και Πελασγιώτις), δεύτερον από τους Πελασγούς οι οποίοι έχτισαν στον Ελλήσποντο τις αποικίες Πλακία και Σκυλάκη κι έγιναν συγκάτοικοι με τους Αθηναίους και τρίτον από πολλές άλλες πόλεις, όσες ήταν πελασγικές και άλλαξαν κατόπιν όνομα, εάν λέω, στηριζόμενος στα παραπάνω κάνω μια υπόθεση, οι Πελασγοί θα μιλούσαν γλώσσα βαρβαρική.
Εάν λοιπόν συνέβαινε έτσι ως προς τους Πελασγούς, οι κάτοικοι της Αττικής ενώ ήταν Πελασγοί, άλλαξαν κι έγινα Έλληνες και συγχρόνως έμαθαν νέα γλώσσα την ΕΛΛΗΝΙΚΗ).
Γιατί πράγματι, ούτε οι κάτοικοι της Κρηστώνος, ούτε εκείνοι της Πλακίας, μιλούσαν γλώσσα όμοια με τους λαούς οι οποίοι τους περιστοίχιζαν ενώ και οι δύο μιλούσαν
ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΓΛΩΣΣΑ.
Αυτό αποτελεί απόδειξη ότι όταν μετανάστευσαν εκεί μετέφεραν το γλωσσικό τους ιδίωμα, το οποίο και διατήρησαν.
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΥΛΗ όμως από τότε που εμφανίσητκε χρησιμοποιεί την ίδια γλώσσα. Αυτή είναι κατ’ εμέ η ΑΛΗΘΕΙΑ.


57
1 ἥντινα δὲ γλῶσσαν ἵεσαν οἱ Πελασγοί, οὐκ ἔχω ἀτρεκέως εἰπεῖν. εἰ δὲ χρεόν ἐστι τεκμαιρόμενον λέγειν τοῖσι νῦν ἔτι ἐοῦσι Πελασγῶν τῶν ὑπὲρ Τυρσηνῶν Κρηστῶνα πόλιν οἰκεόντων, οἳ ὅμουροι κοτὲ ἦσαν τοῖσι νῦν Δωριεῦσι καλεομένοισι (οἴκεον δὲ τηνικαῦτα γῆν τὴν νῦν Θεσσαλιῶτιν καλεομένην ), 2 καὶ τῶν Πλακίην τε καὶ Σκυλάκην Πελασγῶν οἰκησάντων ἐν Ἑλλησπόντῳ, οἳ σύνοικοι ἐγένοντο Ἀθηναίοισι, καὶ ὅσα ἄλλα Πελασγικὰ ἐόντα πολίσματα τὸ οὔνομα μετέβαλε• εἰ τούτοισι τεκμαιρόμενον δεῖ λέγειν, ἦσαν οἱ Πελασγοὶ βάρβαρον γλῶσσαν ἱέντες. 3 εἰ τοίνυν ἦν καὶ πᾶν τοιοῦτο τὸ Πελασγικόν, τὸ Ἀττικὸν ἔθνος ἐὸν Πελασγικὸν ἅμα τῇ μεταβολῇ τῇ ἐς Ἕλληνας καὶ τὴν γλῶσσαν μετέμαθε. καὶ γὰρ δὴ οὔτε οἱ Κρηστωνιῆται οὐδαμοῖσι τῶν νῦν σφέας περιοικεόντων εἰσὶ ὁμόγλωσσοι οὔτε οἱ Πλακιηνοί, σφίσι δὲ ὁμόγλωσσοι• δηλοῦσί τε ὅτι τὸν ἠνείκαντο γλώσσης χαρακτῆρα μεταβαίνοντες ἐς ταῦτα τὰ χωρία, τοῦτον ἔχουσι ἐν φυλακῇ.

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2009

προσωπίδα (3ο μέρος)

Δίψα για ζωή δίχως τέλος (3ο μέρος)

Οι νεκρικές προσωπογραφίες του Φαγιούμ αποτελούν συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην αρχαία και τη βυζαντινή ζωγραφική. Οι νεκρικές προσωπογραφίες αποτελούν προδρόμους των εικόνων. Αφού οι νεκρικές προσωπογραφίες και οι πρώτες χριστιανικές εικόνες συνυπήρχαν μέχρι την οριστική εξαφάνιση των πρώτων, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι ορισμένες εικόνες του 6ου και του 7ου αιώνα που βρίσκονται σήμερα στην Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες με τα πορτραίτα του Φαγιούμ.
Οι πρώτοι χριστιανοί στην Ρωμαϊκή περίοδο περνούν σχετικά εύκολα στην λατρεία των ιερών προσώπων, όπως ο Χριστός και η Παναγία, των Αγίων και των Μαρτύρων.
Οι εικόνες έφερναν την θρησκεία στο σπίτι των πρώτων Χριστιανών, ιδιαίτερα σε περιόδους που η δημόσια λατρεία ήταν απαγορευμένη.
Οι Χριστιανοί της Αιγύπτου συνήθιζαν να ταριχεύουν τα σώματα -τα λείψανα – των μαρτύρων και τα διατηρούσαν σε ιερά όπου τιμούσαν τη μνήμη τους – τα μαρτύρια – ορισμένοι πρόσθεταν πάνω στο ταριχευμένο σώμα του μάρτυρα Αγίου και την νεκρική του προσωπογραφία.
Όταν, στην περίοδο των διωγμών το μαρτύριο κινδύνευε να αποκαλυφθεί, οι Χριστιανοί που είχαν τη δυνατότητα να το εγκαταλείψουν, έπαιρναν μαζί τους όχι το ταριχευμένο σώμα, αλλά την πολύ πιο εύκολα να μεταφερθεί προσωπογραφία – εικόνα – η οποία υποκαθιστούσε το σώμα του μάρτυρα.
Η πρώτη αναφορά σε χριστιανική προσωπογραφία προέρχεται από τις απόκρυφες πράξεις του Αποστόλου Ιωάννη που γράφτηκαν τον 2ο αιώνα μ.Χ. στην Μ. Ασία.
Ο Λυκομήδης μαθητής του Ιωάννου παράγγειλε μυστικά μια προσωπογραφία του Ευαγγελιστή. Την φύλαγε στο δωμάτιο του και τη στόλιζε με άνθη. Όταν ο Ιωάννης είδε το πορτραίτο ενός ηλικιωμένου άνδρα, στολισμένο με στεφάνια από άνθη, τοποθετημένο σ’ ένα είδος βωμού και πλαισιωμένο με κεριά, σάστισε και ρώτησε τον Λυκομήδη ποιόν λάτρευε μ’ αυτόν τον παγανιστικό τρόπο. Όταν ο Λυκομήδης του είπε πως ήταν η προσωπογραφία του ίδιου, ζήτησε καθρέπτη για να βεβαιωθεί - διότι δεν είχε δει ποτέ ως τότε πως ήταν το πρόσωπο του. Όταν διαπίστωσε ότι πράγματι ήταν η δική του προσωπογραφία, εκτίμησε την προσπάθεια του ζωγράφου, αλλά καταδίκασε το πορτραίτο και το αποκάλεσε «παιδαριώδες και ατελές… νεκρή απεικόνιση νεκρού.»

Οι βυζαντινοί αγιογράφοι κληρονόμησαν τα μυστικά της τέχνης και την τεχνική των αρχαίων Ελλήνων ζωγράφων. Η συνήθεια τους να νηστεύουν, έχει τις ρίζες της στον Πρωτογένη, ο οποίος σύμφωνα με τον ιστορικό Πλίνιο όταν ζωγράφιζε τον Ρόδιο ήρωα Ιάλυσο, λέγεται ότι τρεφόταν μόνον με μουσκεμένα λούπινα, έτσι ώστε να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα και την πείνα και τη δίψα του, χωρίς να αμβλύνει τις αισθήσεις του με πολυτελή διατροφή.

Είναι πολύ πιθανό και τα μεγάλα μάτια με έντονο πνευματικό στοιχείο, που συναντάμε στην Βυζαντινή τέχνη, να έχουν τις ρίζες τους στην Αίγυπτο, όπου τα μάτια αποκάλυπταν και καθρέπτιζαν την ψυχή του νεκρού.


Η άποψη ότι οι Βυζαντινές εικόνες κληρονόμησαν τη δύναμη του βλέμματος που διακρίνει τις προσωπογραφίες του Φαγιούμ θεμελιώνεται με δεδομένο ότι στην χριστιανική πίστη, το πνεύμα είναι το παν και το σώμα είναι απλώς το όχημα της ψυχής, τα μάτια σαν «παράθυρα της ψυχής», μεταδίδουν την πνευματικότητα του εικονιζόμενου.


Η λέξη εικών αναφέρεται σε ζωγραφισμένο πορτραίτο, είτε κοινού θνητού, είτε αγίου. Τον 6ο αιώνα μ.Χ. εμφανίζεται η λέξη γραφίς που υποδηλώνει κυρίως τη μη θρησκευτική προσωπογραφία. Από τότε ο όρος εικών καλύπτει πια μόνον τις απεικονίσεις Αγίων και Μαρτύρων, επιβεβαιώνοντας έτσι, την άποψη ότι οι Βυζαντινές φορητές εικόνες είχαν τις ρίζες τους στις νεκρικές προσωπογραφίες, οι οποίες δεν είναι απλώς ρεαλιστικά πορτραίτα, αλλά αντιπαραβάλλουν το γεγονός του θανάτου, την αιωνιότητα της δίψας του ανθρώπου για ζωή χωρίς τέλος.
Δεν προβάλλουν το φθαρτό και φευγαλέο , αλλά μνημονεύουν το αιώνιο και το άδυτο. Την ελπίδα! Το κάλλος της ψυχής που δεν σβήνει.
Το βλέμμα των Φαγιούμ φανερώνει πιο ζωντανούς τους πεθαμένους που διψούν τη ζωή, από τους ζωντανούς που δεν την υποψιάζονται.
Σου κάνουν συντροφιά και σου μιλούν εν σιγή οι απόντες. Σε ξυπνούν στη ζωή οι αιώνια κεκοιμισμένοι.
Οραματίζονται την αιωνιότητα και είναι έτοιμοι για μια ιερή εορτή που τελικό σκοπό έχει την επιτυχία της αιώνιας ζωής.
Το ολοζώντανο του πόνου και του κάλλους ξεπερνά το χρόνο και ξεπερνά τους χωρισμούς.

Μέσα στα πρόσωπα του Φαγιούμ, σαν σε χορό αρχαίας τραγωδίας διακρίνεις την αγωνία της ανθρώπινης ψυχής και ιστορίας. Ταυτόχρονα βλέπεις ρίγος συγκινήσεως να διατρέχει τα πρόσωπά τους σαν να βλέπουν τον καλό Ποιμένα να πλησιάζει. Και δεν μπορεί παρά να έχουν γίνει κοινωνοί της αιώνιας ζωής αυτοί που τόσο την πόθησαν και αποτυπώθηκε ανεξίτηλα στα πρόσωπα τους. Τα πρόσωπα του Φαγιούμ σου είναι οικεία και κοντινά. Είναι σύγχρονα, ζωντανά και διαχρονικά. Είναι πρόσωπα δικά σου και της οικουμένης ολόκληρης. Τους νιώθεις συγγενείς σου, αδελφούς και αδελφές σου, όχι επειδή τους μοιάζεις εξωτερικά ή ανήκεις στην ίδια φυλή, αλλά επειδή μέσα τους λάμπει το φως της ίδιας ελπίδας και ο πόνος της ίδιας ανθρωπιάς. Έτσι αποδεικνύονται συγγενείς σου οι άγνωστοι και σου κάνουν συντροφιά οι κεκοιμισμένοι, που γεμίζουν τον χώρο με παρουσία ζωής. Δεν υπογραμμίζουν την ετερότητα του φύλου: «ουκ ενί άρσιν και θήλυ». Δεν υπάρχει αρσενικό και θηλυκό, αλλά την ταυτότητα της εικόνας του θεού που κρύβουμε όλοι μέσα μας. Γιατί δεν είναι ένας άνθρωπος, αλλά ολόκληρη η ανθρώπινη φύση και όλη
η ανθρώπινη φύση είναι μια εικόνα του θεού.
Ένας άνθρωπος είναι το παν.
Ένας άνθρωπος είναι ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.
Η 7η οικουμενική σύνοδος της Νίκαιας το 787 μ. χ . επιβεβαίωσε την θεωρητική άποψη των Εικονολατρών μετά την παρατεταμένη διαμάχη τους με τους Εικονομάχους, ορίζοντας ότι ο Χριστός, ως Υιός του Θεού, με ανθρώπινη μορφή μπορούσε να απεικονίζεται.
Έτσι τα αόρατα έγιναν ορατά και τα άπιαστα ψηλαφήθηκαν και έγινε πραγματικότητα η Σωτηρία, γιατί έσωσες τα πάντα με τον άνθρωπο.
και ολόκληρη η κτίση φωτίστηκε και θαυμάζουμε κάτω από το φως ότι και οι νεκροί αναστήθηκαν γιατί

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!


Το 1863 - 4 ο εύπορος βιομήχανος Emile – Etienne Guimet αναζήτησε στην Αίγυπτο να δει με τα ίδια του τα μάτια και να πιάσει με τα ίδια του τα χέρια τα στοιχεία που θα του έδειχναν και θα του έλεγαν την συγγένεια του Ελληνικού και του Αιγυπτιακού συμβολισμού. Το 1895 τον ακολούθησε ο συμπατριώτη του Albert – Jean Gayet, ο οποίος είχε σπουδάσει αιγυπτιολογία στο Παρίσι με τον Gaston Maspero.
Όταν βρήκε τις πρώτες μούμιες τους αφαίρεσε τις μάσκες και τις προσωπογραφίες και προσπάθησε να συγκρίνει το πρόσωπο της μούμιας με το ζωγραφικό πορτραίτο. παρά την αποξεραμένη σάρκα της μούμιας, ήταν εύκολο να ξεχωρίσει τα χαρακτηριστικά τους. Όμως η ρεαλιστική ομοιότητα μιας προσωπίδας με την νεκρή γυναίκα διαπιστώθηκε περισσότερο στην κόμμωση όπου ούτε μια μπούκλα από τα μαλλιά της νεκρής δεν ήταν διαφορετική από εκείνη της μάσκας, απόδειξη ότι οι προσωπίδες είναι μια πινακοθήκη με τα πραγματικά χαρακτηριστικά του νεκρού τεκμηριώνοντας την ταυτότητα του.

Εκτός από την προσωπίδα και τα σώματα των νεκρών ήταν τυλιγμένα με τις οθόνες (τις νεκρικές εικόνες) των νεκρών. Οι οθόνες είναι τα ζωγραφισμένα σάβανα των νεκρών τα οποία και αποτελούν μια μοναδική προσπάθεια διατήρησης και διαιώνισης όχι μόνο του προσώπου αλλά και ολόκληρου του
σώματος του νεκρού ανά τους αιώνες.*

το πορτραίτο πολλές φορές είχε κολληθεί στο ήδη ζωγραφισμένο σάβανο (τη νεκρική οθόνη). Ήταν δηλαδή πιο παλιό και το είχαν κόψει από προηγούμενο σάβανο και το είχαν κολλήσει σε καινούργιο, σαν να του έδιναν παράταση ζωής. Μερικά μάλιστα σάβανα ή νεκρικές οθόνες χρησιμοποιήθηκαν σαν πετάσματα, δηλαδή σαν στολισμός των τοίχων στους οποίους ήταν σαν να έβλεπαν όρθιο και ζωντανό το νεκρό.

Σε δύο πορτραίτα που βρέθηκαν στον ίδιο ομαδικό τάφο, η Ερμιόνη η Γραμματική, μια από τις πολύ λίγες περιπτώσεις όπου αναφέρεται το επάγγελμα του νεκρού, είναι δασκάλα. Το πορτραίτο ανήκει στον χαρακτηριστικό τύπο λόγιας και μειλίχιας δασκάλας, χωρίς 2 ίχνη επιδεικτικότητας. Είναι το πορτρέτο της Ερμιόνης. Μας δείχνει ότι έχουμε να κάνουμε με μια νέα γυναίκα ηλικίας γύρω στα είκοσι πέντε. Το 1968 η εξέταση με ακτίνες Χ διαπίστωσε ότι τα οστά της ήταν πάρα πολύ λεπτά και το 1982 επιβεβαίωσε ότι το μέγεθος και το σχήμα του κρανίου της μούμιας ταιριάζουν απόλυτα με τη μορφή του πορτρέτου της Ερμιόνης.

Αντίθετα με το γυναικείο, το ανδρικό πορτρέτο έχει αντιγραφεί από άλλη παλαιότερη ζωγραφική απεικόνιση, η οποία είχε ζωγραφιστεί πολλά χρόνια πριν από το θάνατο του, γιατί η μούμια ανήκει σε άνθρωπο μεγάλης ηλικίας. Τα δόντια της μούμιας είναι αρκετά κατεστραμμένα, τα γένια του άνδρα είναι λευκά.

Η ρομαντική διάθεση των συγγενών των δύο Ελλήνων νεκρών της Αιγύπτου να κάνουν ένα αγαπημένο ζευγάρι να ξαναζήσει ίσως τον μεγάλο έρωτά τους στην άλλη ζωή, με την ηλικία του επίγειου αποχωρισμού τους, με το πορτραίτο του άνδρα στα τριάντα του χρόνια, όταν έχασε την 25χρονη αγαπημένη του γυναίκα την Ερμιόνη, καταστράφηκε από τον χιλιομετρικό αποχωρισμό των αγαπημένων από το σύγχρονο πολιτισμό;
Ο άνδρας σύζυγος βρίσκεται στην Κοπεγχάγη, στη Γλυπτοθήκη Ny Carlsberg (1425) ενώ η δασκάλα Ερμιόνη που θεωρήθηκε αγία της μάθησης μεταφέρθηκε από τον Petrie στο γυναικείο κολλέγιο Girton του Καίμπριτζ για να διδάσκει γραφή και ανάγνωση.

Τρία πορτραίτα που βρέθηκαν μαζί απεικονίζουν την μητέρα Αλίνη και τα δύο κοριτσάκια της. Καταστόλιστες με χρυσά κοσμήματα έφυγαν για την άλλη ζωή μεταξύ των ετών 99 – 117 μ.Χ. μαζί τους βρέθηκε και ανδρική μούμια με προσωπίδα επιγυψωμένη, ίσως ο άνδρας της και πατέρας των παιδιών της.
Η μάνα Αλίνη και τα κορίτσια της βρίσκονται αιχμάλωτες στο Αιγυπτιακό Μουσείο του Βερολίνου. Ο σύζυγος πατέρας τους κλαίει στην Αίγυπτο. Η Δημώς 24 ετών αείμνηστος και το κοριτσάκι της με το θλιμμένο πρόσωπο που της μοιάζει είναι τα πιο όμορφα ζευγάρια 3 στην ιστορία της τέχνης. Αριστουργηματικά πορτραίτα με χρυσή επιγραφή που αναφέρεται στο όνομα της νεκρής Δημώς και στην ηλικία της.

Αγόρια, κορίτσια, άνδρες και γυναίκες από τις ανασκαφές το Petrie στην Αίγυπτο το 1888 άλλαξαν χέρια και ιδιοκτήτες και βρίσκονται αιχμάλωτοι όλα τα μουσεία του κόσμου. Αγοράστηκαν και πουλήθηκαν, κλάπηκαν και δωρήθηκαν οι νεκροί Έλληνες της Αιγύπτου και μεταφέρθηκαν μακριά από την πατρίδα τους και το χώμα που τους σκέπασε νεκρούς. Αναστήθηκαν στα μουσεία και τους τοίχους των σπιτιών που τους αγόρασαν, που τους σκλάβωσαν.

Στο Βρετανικό Μουσείο βρίσκεται ο Αρτεμίδωρος. Ο Αρτεμίδωρος πέθανε σε ηλικία περίπου 20 ετών. Η μούμια του Αρτεμίδωρου, παραγεμίστηκε με 90 κιλά πίσσα και χρειάστηκαν τέσσερις άνδρες για να την σηκώσουν. Το πορτραίτο του Αρτεμίδωρου αποδόθηκε με ιδιαίτερη προσοχή στις λεπτομέρειες. Έχει ένα αδιόρατο μουστάκι και βλεφαρίδες έντονες. Τα μαλλιά του σχηματίζουν αφέλειες στο μέτωπο και τη μύτη του. Το πάνω χείλος και το πηγούνι του, τα οποία ξεχωρίζουν για την περίτεχνη απόδοση τους. Πάνω στην μούμια του Αρτεμίδωρου στην πρώτη διακοσμητική ζώνη εικονίζεται ο Άνουβις πίσω από τη μούμια του νεκρού η οποία είναι ξαπλωμένη σε κρεβάτι που έχει την μορφή λιονταριού. Αριστερά και δεξιά παραστέκουν οι θεές Ίσιδα και Νέφθυ. Στη δεύτερη ζώνη διακρίνουμε τους θεούς Ώρο και Θώθ, ενώ στην τρίτη ζώνη πάνω σε ένα νεκροκρέβατο μια φτερωτή μορφή ανασταίνει τον Όσιρι.


Πάνω στο κάλυμμα της μούμιας στο ύψος του στήθους υπάρχει η Ελληνική επιγραφή: ΑΡΤΕΜΙΔΩΡΕ ΕΥΨΥΧΙ.
Ο Αρτεμίδωρος βρίσκεται στο μουσείο του Μάντσεστερ με τον αριθμό 1775, ενώ η Θερμουθάρι που θάφτηκε μαζί του και ήταν 4 μέλος της ίδιας οικογένειας βρίσκεται στο Αιγυπτιακό Μουσείο του Καΐρου.*

Ο νεκρός πάνω στο σάβανο του εικονίζεται σε φυσικό μέγεθος.
Φοράει λευκό χιτώνα και ιμάτιο και προστατεύεται από τους θεούς Άνουβι και Όσιρι. Ο Όσιρις παρουσιάζεται με μορφή μούμιας σε μετωπική στάση ενώ ο θεός Άνουβις σε πλάγια όψη με κεφάλι τσακαλιού. Σύμφωνα μα τα Ελληνικά πρότυπα ο νεκρός είναι όρθιος πάνω σε ένα χρυσό σκαλοπάτι, ή την βάση ενός αγάλματος και ρίχνει το βάρος του πάνω στο ένα του πόδι σαν να κινείται από αυτή την ζωή προς την άλλη, δηλαδή το θάνατο.


Τα σάβανα πολλές φορές είναι τεράστια σε μέγεθος. Τα άνοιγαν στα ιδιαίτερα νεκρικά δωμάτια των σπιτιών κατά την διάρκεια των νεκρόδειπνων και των μνημόσυνων και τα έβλεπαν οι ζωντανοί και πίστευαν πως οι νεκροί βρίσκονται κοντά τους. Τα πορτραίτα των νεκρών έχουν ζωγραφιστεί χωριστά από το υπόλοιπο σάβανο και γι’ αυτό επικρατούν δύο θεωρίες: ή γιατί προστέθηκαν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του νεκρού δηλαδή το πορτραίτο του πάνω στις οθόνες οι οποίες είχαν παραχθεί μαζικά πάνω στο ίδιο πρότυπο ή γιατί τα σάβανα φθείρονταν από την πολλή χρήση και το πορτραίτο μεταφερόταν πάνω σε καινούργια.*

Τι έχει να πει το πορτραίτο ενός Έλληνα νεκρού που μεταφέρθηκε στην άλλη άκρη του πλανήτη;
Περαστικέ, στάσου για λίγο, να μάθεις ποιος ήμουν.
Είμαι ο Κροκόδειλος, ο γιος του Βησαρίωνα, ο αγαπημένος.
Έζησα χρόνια μόνο είκοσι δύο 22.
Το σώμα μου κάτω από σωρούς άμμου είναι θαμμένο,
αλλά η ψυχή μου πέταξε ψηλά
στην χώρα της Λήθης, στον αέρα.
Όλοι οι θνητοί στον Άδη κάποτε θα κατοικήσουν
Αυτή είναι η σκέψη που παρηγορεί
εμάς, τις σκιές των πεθαμένων.
(από επιτύμβια στήλη της Σαχάρα, 3ος μ.Χ. αιώνας.)


Η Αιγυπτιακή αντίληψη του να διατηρηθεί η φυσική μορφή του νεκρού, για τη ζωή του νεκρού μετά τον θάνατό του, οδηγεί στο τελετουργικό της κατασκευής της μούμιας του νεκρού. Τα πορτραίτα όμως τα εισήγαγαν στην Αίγυπτο οι Μακεδόνες του Αλέξανδρου και αποτελούν την νατουραλιστική παράδοση της Ελληνικής ζωγραφικής. Όταν οι Έλληνες της Αιγύπτου το 14 -37 μ. Χ. στα χρόνια του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τιβέριου, αντί για τρισδιάστατες νεκρικές μάσκες, πάνω στις μούμιες τοποθέτησαν ζωγραφισμένες προσωπογραφίες των νεκρών με τα χαρακτηριστικά του νεκρού πάνω στην επιφάνεια τους, αυτά αποδόθηκαν σύμφωνα με την Αιγυπτιακή παράδοση. Όμως η Ελληνική κοινωνία της Αιγύπτου ήταν που εμπιστεύθηκε στα χέρια επιδέξιων ζωγράφων την αθανασία των νεκρών, κι οι ζωγράφοι αυτοί όταν εκτιμήθηκε το έργο τους έδειξαν όλες τις δυνατότητες της Ελληνικής ζωγραφικής.

Αργότερα στην Βυζαντινή περίοδο 330 – 1453 μ. Χ απλοί μοναχοί, οι οποίοι δεν έχουν καλλιτεχνική εκπαίδευση, ζωγραφίζουν εικόνες αντιγράφοντας τις πανάρχαιες Ελληνικές παραδόσεις. Αυτοί ακολούθησαν ότι πιο βαθιά Ελληνικό υπήρχε στην ελληνική ζωγραφική παράδοση, η οποία στηρίχθηκε στην τεχνοτροπία της προσωπογραφίας. Όταν δηλαδή ο πρώτος ζωγράφος τον οποίο αντιγράφει ο μοναχός, είχε μπροστά του ως βάση το ζωντανό ή νεκρό μοντέλο, το οποίο αποτύπωσε φωτογραφικά, ρεαλιστικά, δηλαδή ήταν ζωγραφικό έργο εκ του φυσικού.

Στα μοναστήρια του Αγίου Όρους την ημέρα που γιορτάζει ο Άγιος, οι μοναχοί του αφήνουν θέση στο τραπέζι σαν να είναι παρών μαζί τους, του βάζουν φαγητό στο πιάτο που έβαλαν στο τραπέζι γι΄ αυτόν, σαν να τρώει μαζί τους. Η εικόνα του Αγίου περιφέρεται γύρω από τον ναό ή ολόκληρο το μοναστήρι και το λείψανο του Αγίου μεταφέρεται με καράβι έξω από το μοναστήρι, για να το προσκυνήσουν αυτοί που δεν έχουν την δυνατότητα να επισκεφθούν το μοναστήρι.

Ο Ξενοφών ο Εφέσιος (2ος αιώνας π. Χ. ) στα Εφεσιακά V, σ΄ ένα από τα μυθιστορήματα του, γράφει για έναν ψαρά στο νησί της Σικελίας, ο οποίος είχε ταριχεύσει με τον Αιγυπτιακό τρόπο τη νεκρή γυναίκα του και κοιμόταν και έτρωγε μαζί της.

Οι αρχαίοι Έλληνες, την ημέρα της κηδείας, αλλά και τα μνημόσυνα, δηλαδή στην επέτειο του θανάτου ενός προσφιλούς προσώπου, η οικογένεια του οργάνωνε το νεκρόδειπνο και την Μακαρία ή Μακαριά, φαγητό στο οποίο μαζευόταν ολόκληρη η οικογένεια. Έτρωγαν και έπιναν και μακάριζαν τον νεκρό ο οποίος βρισκόταν στη χώρα των Μακάρων, των ευτυχισμένων δηλαδή, στα Ηλύσια Πεδία.
Οι Μακαριές απάλυναν τον πόνο του αποχωρισμού που ένιωθαν οι συγγενείς και οι φίλοι για τον αγαπημένο τους νεκρό, ενώ ταυτόχρονα προσέφεραν τα Ψυχούδια, το αγαπημένο φαγητό στο νεκρό για να ικανοποιήσουν την ψυχή του, ενώ πάνω στον τάφο του έψηναν το αγαπημένο του φαγητό και του φώναζαν: μύρισε! Μύρισε! (τώρα που δεν μπορείς να φας), αυτή η μυρωδιά και τους νεκρούς ανασταίνει!!!
Οι συγγενείς κοιτάζουν κατά πρόσωπο τον νεκρό, ο οποίος έχει πεθάνει ίσως και πολλές γενιές πριν από τη δική τους και νομίζουν, αισθάνονται σαν να είχαν ζήσει ή ακόμα ότι ζουν μαζί του.
Η πρόθεση του νεκρού στην απώτερη αρχαιότητα, διαρκούσε από
3 - 16 ημέρες. Τον νεκρό τον τοποθετούσαν πάνω στην νεκρική κλίνη ή το φέρετρο, στην κάσα, όρθιο σχεδόν πλαγιαστό για να τον δουν όλοι οι συγγενείς και φίλοι πριν από την εκφορά, δηλαδή την μεταφορά του στο νεκροταφείο για την ταφή. Όμως η ταρίχευση του νεκρού και η νεκρική προσωπίδα με τα ρεαλιστικά του χαρακτηριστικά δίνει τη δυνατότητα στους συγγενείς του νεκρού να βλέπουν τον ίδιο το νεκρό ως ζωντανό και να τον διατηρούν και να τον κοιτάζουν κατά πρόσωπο και να αντλούν την παράδοξη χαρά από το κοίταγμα αυτό και να πιστεύουν ότι είναι ζωντανός και συνεχίζει να ζει μαζί του.


Οι μούμιες (τα ταριχευμένα σώματα των νεκρών), με τα ολοζώντανο πρόσωπα τους διατηρούνταν γύρω από την εσωτερική αυλή του σπιτιού (αυλή = ευήλιο μέρος), όπου έπαιζαν τα παιδιά και ήταν σαν να τα φύλαγαν στο παιχνίδι τους, ή σαν να τα συμβούλευαν στα μαθήματά τους.
Ζούσαν μαζί τους.
Οι προσωπογραφίες ήταν προσιτές και παρέμενα στο σπίτι για αρκετές γενιές σαν να ήταν παρόντες οι νεκροί, σε όλες τις θρησκευτικές γιορτές που γίνονταν στο σπίτι από τους απογόνους τους. Με την ευκαιρία αυτή και οι ζωντανοί εξοικειώνονταν με την ιδέα και του δικού τους θανάτου. Η διακόσμηση του νεκρού και ο σεβασμός που έδειχναν προς τον νεκρό πρόγονό τους, μεταβιβάζονταν από γενιά σε γενιά και οι ζωντανοί ήλπιζαν ότι με τον ίδιο τρόπο θα τους τιμούσαν και οι δικοί τους απόγονοι ακολουθώντας το δικό τους παράδειγμα. Γι΄ αυτό και έκαναν ήδη ζωντανοί τα δικά τους «φωτογραφικά» πορτραίτα, για να τα αφήσουν στα παιδιά τους. Έτσι ενισχύθηκε η τάση για την ολοένα και πιο ρεαλιστική και καλλιτεχνική απόδοση των φυσικών προσωπικών χαρακτηριστικών του εικονιζόμενου προσώπου. Τι γίνεται σήμερα, έθιμα.

Η πρώτη Ελληνική Χριστιανική Κοινότητα της Αιγύπτου, είχε τις ρίζες της στο Ελληνικό της παρελθόν. Ο μεν Χριστιανισμός αναπτύχθηκε πάρα πολύ γρήγορα και άρχισαν να χτίζονται οι πρώτες (πρωτοχριστιανικές) εκκλησίες.
Τον 2ο αιώνα μ. Χ. η ομάδα των Χριστιανών του Καρποκράτη, είχαν κατασκευάσει μυστικά την εικόνα του Χριστού, του Απόστολου Παύλου, του Ομήρου και του Πυθαγόρα. Τις εικόνες αυτές τις είχαν αναρτήσει σε δικό τους μυστικό τόπο λατρείας. Προς τιμήν τους έκαιγαν θυμιάματα και τις λάτρευαν.
Οι πρώτες αυτές Χριστιανικές εικόνες αποτέλεσαν την αρχή της θρησκευτικής εικονογραφίας, η οποία ήταν επίσης πολύμορφη. Στις πρώτες αυτές εικόνες παρατηρούνται ορισμένες καθοριστικές διαφορές από τα πορτραίτα που χρησιμοποιούσαν προ Χριστού.
Οι μορφές των ανθρώπων προ Χριστού κρατούν στο χέρι τους:
Ένα σταγονόμορφο αρωματοδοχείο, το ανκχ, του οποίου ο κυκλικός δακτύλιος – πώμα ταυτίζεται από τους πρώτους Χριστιανούς της Αιγύπτου με το μονόγραμμα του Χριστού. ΧΡ.


Το αρωματοδοχείο ανκχ το έπαιρναν μαζί τους οι νεκροί Έλληνες, στον άλλο κόσμο για να μυρίζουν ευχάριστα αρώματα και όχι τις άσχημες μυρωδιές της σηπόμενης σάρκας τους. Με τον ίδιο τρόπο οι πρώτοι Χριστιανοί έπαιρναν μαζί τους τον Χριστό, ο οποίος Ανέστη, μαζί με τον Άνθρωπο, τον Θεάνθρωπο, δηλαδή ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.

Ένα άλλο σύμβολο είναι η άμπελος, η οποία συνδέεται με την αρχαία Ελληνική λατρεία του Διονύσου, τον οποίο στην Αίγυπτο τον ταύτιζαν με τον θεό Όσιρι.

Από την πλευρά τους οι Χριστιανοί ταύτισαν την Άμπελο με την γνωστή ρήση:
«εγώ ειμί η άμπελος ταύτη»,
με τον Αναστάσιμο συμβολισμό της αμπέλου, η οποία είναι ένα κούτσουρο, ένα ξερό φυτό το χειμώνα από το οποίο θα προκύψουν πράσινα φύλλα και οι αναστάσιμοι καρποί της Αμπέλου, τα σταφύλια, την επόμενη Άνοιξη απ΄ όπου θα πάρουμε τον οίνο που ευφραίνει την καρδίαν ανθρώπου.


Οι νεκροί προ Χριστού ανασηκώνουν το δεξί τους χέρι σε μια χειρονομία που μπορεί να είχε λατρευτικό χαρακτήρα. Μπορεί ακόμα να είχε και αποτροπαΐκό χαρακτήρα. Δηλαδή να κρατούσε μακριά από τον νεκρό κάθε τι κακό και βλαβερό. Αργότερα στην Χριστιανική εικονογραφία οι νεκροί κάνουν την ίδια κίνηση χρησιμοποιώντας το αριστερό τους χέρι δείχνοντας προφανώς την διαφορετική τους θρησκευτική προέλευση.

Ανάμεσα στα προχριστιανικά πορτραίτα και εκείνα που έγιναν μετά Χριστόν, υπάρχουν διαφορές στο επίκρανο του διαδήματος, τα οποία φορούν πρόσωπα τα οποία συνδέονται άμεσα με την θρησκεία - πιθανώς ιερείς – αντιπρόσωποι του θεού.

Ο Μακεδόνας ιερέας αντιπρόσωπος του θεού Ήλιου στολίζει το διάδημα στο κεφάλι του με τον οκτάκτινο Ήλιο, σύμβολο του Διός – Ήλιου, ή Απόλλωνος – Ήλιου. Ο ιερέας του Σέραπι στην Αίγυπτο, αναγνωρίζεται από τον επτάκτινο ήλιο – άστρο στο διάδημα του, ενώ οι Χριστιανοί φορούν στο διάδημα τους τον σταυρό, το σύμβολο του Χριστού.*

Ο Δημήτρις ήταν ένας υψηλός (Μακεδνός = υψηλός) άνδρας που το ύψος του έφτανε το 1,80 πέθανε γύρω στα 81 – 96 μΧ. στην πόλη Αρσινόη της Αιγύπτου (σήμερα Χαουάρα). Το όνομα του και η ηλικία του είναι γραμμένα πάνω στη μούμια του. Στο νεκρικό του όμως πορτραίτο ο Δημήτρις εικονίζεται σε πολύ νεώτερη ηλικία περίπου 50 ετών.

Τον νεαρό Ευτύχη, τον γιο Ηρακλείδη τον απελευθέρωσε ο κύριος και ιδιοκτήτης του ο Κασιανός. Ο απελευθερωμένος Ευτυχής, ο οποίος έζησε τον 2ο μΧ αιώνα πιθανότατα στην πόλη Φιλαδέλφεια της Αιγύπτου όπου το όνομα Κασιανός ήταν αρκετά συνηθισμένο, με το εκφραστικό του λαμπερό πρόσωπο με τις αυγές - φως – στα μάτια, τη μύτη, τα μάγουλα και το μέτωπο βρίσκεται σήμερα «αιχμάλωτος» στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, με τον αριθμό 18.9.2. Τον Ευτύχη τον απελευθέρωσε ο ιδιοκτήτης του Κασιανός. Πάνω στα ενδύματά του στη λαιμόκοψη διαβάζουμε:
«ΕΥΤΥΧΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΑΣΙΑΝΟΥ ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΔΗ».


Το 1918 ο νέος του ιδιοκτήτης (δουλέμπορος), Edward S. Harkness τον δώρησε (χάρισε τον σκλάβο του Ευτύχη). Σήμερα χαμογελάει στους επισκέπτες του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης, μακριά από τον πατέρα του τον Ηρακλείδη, απόγονο του Ηρακλή, του μεγαλύτερου ήρωα των Ελλήνων, που έκανε εκστρατείες, ίσως να πήγε μέχρι και στην Αμερική, λέει κι αυτός όπως ο μεγάλος πρόγονος του ο Ηρακλής:
όπου γης και πατρίς.
Ο Ευτύχης βρίσκεται στην Αμερική ενώ ο Νείλος συνεχίζει να κυλάει τα νερά του στην Αίγυπτο δροσίζοντας την μητέρα του πατρίδα με τα δώρα του σφίγγοντας στην αγκαλιά του τις μούμιες των νεκρών Ελλήνων. Ο Ευτύχης είναι ένα πρόσωπο πεθαμένο που όμως ο ζωγράφος του πήρε την θνητή μορφή του θανάτου και του χάρισε την αιώνια ζωή. Ο καλλιτέχνης αποτύπωσε στο πορτραίτο του τη ζωντάνια και το σφρίγος, το οποίο οφείλει να αποδίδει η ζωγραφική.


Ο ζωγράφος δεν χρησιμοποίησε ανδρείκελο, αλλά με τον ίδιο τον Ευτύχη μπροστά του απέδωσε με έμφαση και ενάργεια, το γαλήνιο και αθάνατο βλέμμα του το οποίο στην νέα του πατρίδα φωτίζει τους επισκέπτες του, με την αμεσότητα της στιγμιαίας εικόνας που συνέλαβε με τα μάτια του και την αποτύπωσε με τα πινέλα του σε μια παράξενη ιμπρεσιονιστική προσωπογραφία 2000 ετών πριν από σήμερα, αλλά τόσο σημερινή και μοντέρνα. Έτσι η ζωγραφική προσωπογραφία του Ευτύχη μετέφερε στην Αμερική το αληθινό ομοίωμα της μορφής του ενώ το σώμα του έχει αφανιστεί. Και παρόλο που ο ζωγράφος δεν είχε τη δυνατότητα να δώσει φωνή στο ζωγραφικό πορτραίτο του Ευτύχη θα ορκιζόσουν ότι ακούς τον Ευτύχη. Όταν οι επισκέπτες του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης πλησιάζουν το πορτραίτο του, τεντώνουν τα αυτιά τους για να τον ακούσουν να τους φωνάζει:
«Είμαι ο Ευτύχης του Ηρακλείδη και δούλος του Κασιανού. Ο Κασιανός με απελευθέρωσε και τώρα είμαι δούλος σας! Έχετε την μορφή μου αλλά η ψυχή μου δεν σας ανήκει. Είμαι ο Ευτύχης, είμαι ο Ευτύχης, είμαι νεκρός εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια και είμαι απελεύθερος, δεν σας ανήκω.»

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2009

προσωπίδα (β΄ μέρος)

ΔΙΨΑ ΓΙΑ ΖΩΗ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ (2ο μέρος)

Οι προσωπίδες χρησιμοποιήθηκαν και για την διαιώνιση του προσώπου βασιλέων και βασιλισσών.

Μεγάλο θαυμασμό προκάλεσαν οι ολόχρυσες προσωπίδες του 1600 π.χ. που βρέθηκαν στους βασιλικούς περιβόλους των Μυκηνών.



Μία από αυτές ο Σλήμαν την απέδωσε στον Αγαμέμνονα. Σε άλλες, παρά την σχηματοποίηση έχουν αποδοθεί ατομικά χαρακτηριστικά που τις κάνουν να διαφέρουν η μία από τις άλλες προσωπίδες.



Τα νεκρικά προσωπεία δεν σκέπαζαν απ΄ ευθείας το πρόσωπο του νεκρού, αλλά ήταν στολίδια πάνω σε ξύλινες σαρκοφάγους ή τις νεκρικές οθόνες που περιτύλιγαν το νεκρό (σάβανα).



Τα χρυσά προσωπεία παρατηρούνται μόνο σε βασιλικούς νεκρούς. Ένα μόνο προσωπείο ήταν κατασκευασμένο από φυσικό κράμα χρυσού και αργύρου το γνωστό και ως ήλεκτρο.
Χίλια (1000) χρόνια μετά τις Μυκήνες και από τον 6ο ως τον 4ο αιώνα π.χ χρυσές προσωπίδες τοποθετήθηκαν πάνω στα πρόσωπα των νεκρών.

Στην περιοχή της Σίνδου η οποία απέχει είκοσι χιλιόμετρα από την πόλη της Θεσσαλονίκης, τον Ιούνιο του 1980 έγινε ανασκαφή με αφορμή τα έργα υποδομής της ΕΤΒΑ (Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Αναπτύξεως), στην Β΄ βιομηχανική περιοχή της Θεσσαλονίκης. Τότε ήρθαν στο φως 121 τάφοι από την αρχαϊκή και πρώιμη κλασσική εποχή. Από τα σπάνια αντικείμενα των ασύλητων τάφων ξεχωρίζουν πέντε (5) χρυσές προσωπίδες. Στα πρόσωπα των νεκρών τις συγκρατούσαν με νήματα που στερεώνονταν σε τέσσερις τρύπες του χρυσού ελάσματος και δένονταν πίσω από το κεφάλι.



Οι τρισδιάστατες νεκρικές μάσκες με τα χαρακτηριστικά των νεκρών αποτελούσαν την Ελληνική συμβολή στην πάλη τους με το θάνατο, στην οποία νικά ο νεκρός, ο οποίος κρατά ζωντανό και αιώνιο το πρόσωπο του για να τον αναγνωρίσουν στην άλλη ζωή οι σύντροφοι του, νεκροί και ζωντανοί, όταν θα ξαναγυρίσει μετά το μεγάλο ταξίδι.



Οι Μακεδόνες του Μεγάλου Αλεξάνδρου μετέφεραν τα Ελληνικά ταφικά έθιμα στην Αίγυπτο τον 4ο π.χ. αιώνα. Μετά την κατάκτηση της Αιγύπτου από τον στρατηλάτη Αλέξανδρο, η περιοχή του Φαγιούμ παραχωρήθηκε σε Μακεδόνες και άλλους Έλληνες βετεράνους, σαν ανταμοιβή για τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες.
Το Φαγιούμ είναι μια μαγευτική τοποθεσία 60 χιλιόμετρα νότια του Καΐρου στη δυτική όχθη του Νείλου.

Οι νέοι κληρονομικοί ιδιοκτήτες της Αιγυπτιακής γης ονομαζόταν κληρούχοι. Οι Έλληνες δεν ήταν οι μόνοι μετανάστες στο Φαγιούμ, αλλά και Εβραίοι, Σύριοι, Λίβυοι που συχνά παντρευόταν μεταξύ τους, ή με τους γηγενείς Αιγυπτίους και διαμόρφωναν σταδιακά μια κοσμοπολίτικη κοινωνία με έντονο το στοιχείο του συγκρητισμού στις παραδόσεις και τη θρησκεία της.

Αρχικά οι Έλληνες και άλλοι ξένοι που εγκαταστάθηκαν στην Αίγυπτο έμειναν σταθερά προσκολλημένοι στις δικές τους πεποιθήσεις και θεότητες, ωστόσο οι Αιγυπτιακές θρησκευτικές παραδόσεις που οι ρίζες τους χάνονταν στα βάθη των αιώνων, δεν ήταν εύκολο να σβήσουν ή να αγνοηθούν.



Σύμφωνα με την Αιγυπτιακή θρησκευτική παράδοση, κάθε άνθρωπος, ανεξάρτητα από την κοινωνική του θέση μπορούσε να γίνει δεκτός στο βασίλειο των θεών, αν όταν πέθαινε τον ταρίχευαν σωστά, περνούσε τις σχετικές δοκιμασίες και συνοδευόταν από το σωστό τελετουργικό.

Την ημέρα της κηδείας, αλλά και στην επέτειο του θανάτου ενός προσφιλούς προσώπου, η οικογένεια οργάνωνε νεκρόδειπνα για την ψυχή του νεκρού.

Στα χρόνια του Τιβέριου (44-37μ.χ) άρχισαν να τοποθετούνται πάνω στις μούμιες ζωγραφισμένες προσωπογραφίες των νεκρών και όχι οι τρισδιάστατες νεκρικές μάσκες με τα χαρακτηριστικά των νεκρών ζωγραφισμένα στην ανάγλυφη επιφάνειά τους.



Με βάση τις απόψεις των Αιγυπτίων για τη λατρεία των νεκρών, οι προσωπογραφίες του Φαγιούμ θα πρέπει οπωσδήποτε να θεωρούνταν αντικείμενα λατρείας, αφού οι μούμιες τις οποίες κοσμούσαν αποτελούσαν το αθάνατο υποκατάστατο του νεκρού.

Κι ενώ η μούμια και γενικότερα η αντίληψη ότι η διατήρηση της φυσικής μορφής του νεκρού είναι απαραίτητη για τη μετά θάνατον ζωή – αδιαμφισβήτητα τελετουργικό της Αιγυπτιακής θρησκείας – τα πορτραίτα ανήκουν στην νατουραλιστική παράδοση της Ελληνικής ζωγραφικής που εισήγαγαν οι Μακεδόνες έποικοι στην Αίγυπτο τον 4ο π.χ αιώνα.

Πρακτικά μόνον οι πλούσιοι μπορούσαν να επωμισθούν τα έξοδα της δαπανηρής ταρίχευσης. Όλες οι νεκρικές τελετές αποσκοπούσαν στην εξασφάλιση της μεταθανάτιας ζωής.

Μετά την ταρίχευση ο νεκρός επιστρέφει στους οικείους του. Αυτοί κατασκευάζουν από ξύλο ένα κούφιο ομοίωμα ανθρώπου, όπου τοποθετούν το σώμα, το κλείνουν και το διατηρούν στο ειδικό δωμάτιο, το οίκημα του θανάτου.



Ο Διόδωρος Σικελιώτης (80π.χ, - 20π.χ) αναφέρει ότι ήταν ιερό καθήκον για τους Αιγύπτιους να δείχνουν ότι τιμούν τους γονείς ή τους προγόνους τους, ακόμα περισσότερό όταν πια αυτοί έχουν περάσει στην αιώνια κατοικία τους. Και άλλοι Έλληνες και Ρωμαίοι συγγραφείς, σχολιάζουν αυτή τη συνήθεια των Αιγυπτίων
«να ζουν με τους νεκρούς τους».

Όταν οι μούμιες φυλάγονταν στο σπίτι, τις εμφάνιζαν στις μεγάλες γιορτές και στα νεκρόδειπνα που οργάνωνε η οικογένεια του στην επέτειο του θανάτου τους. Άλλοτε πάλι όταν η οικογένεια αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες βάζει ενέχυρο την μούμια αγαπημένου προσώπου, η οποία εγγυάται την επιστροφή των χρημάτων του δανείου για την απόκτηση του αγαπημένου τους και σεβαστού νεκρού.
Οι νεκροί παρέμεναν στο σπίτι για όσο χρόνο διατηρούσαν ζωντανή τη μνήμη τους , για μια ή δύο γενιές, έπειτα έσκαβαν έναν απλό λάκκο και τις πετούσαν μέσα όπως όπως.
Υπήρχαν όμως και πλινθόκτιστοι τάφοι με μούμιες που θάβονταν όταν οι επιζώντες της οικογένειας ενδιαφέρονταν για τους συγκεκριμένους νεκρούς.

Πριν ενσωματωθούν στις μούμιες, τα πορτραίτα, ήταν σαφώς έργα Ελληνικής τέχνης.
Ήταν η ορατή δόξα του Αλέξανδρου, με τη βοήθεια των έργων αρχιτεκτονικής, γλυπτικής, ψηφιδωτού και ζωγραφικής.



Τα πορτραίτα παρέμειναν πιστά στην παράδοση της «φωτογραφικής πιστότητας».
Η ρεαλιστική ομοιότητα των πορτραίτων Φαγιούμ με το πρόσωπο του νεκρού παρηγορούσε την οικογένεια, που μπορούσε να δει τους οικείους της όποτε ήθελε. Ενώ η παρουσία των πορτραίτων πάνω στα νεκρά σώματα, διατηρεί τη μεταφυσική τους δύναμη και τα πρόσωπα του θανάτου χαρίζουν αιωνιότητα στους θνητούς που απεικονίζουν.



Η αξία των προσωπογραφιών είναι μεγάλη για τους μελετητές της αρχαιότητας. Παρέχουν πληροφορίες για την ενδυμασία, την κόμμωση, τα κοσμήματα και μας προσφέρουν μια συνολική εικόνα για την κοινωνία και τα μέλη της, που δεν περιορίζεται σε επιφανείς εκπροσώπους της, αλλά σε καθημερινούς ανθρώπους και όχι ήρωες ή θεούς. Ανθρώπους που έζησαν πριν από περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια, πιο ζωντανούς κι από τους λογοτεχνικούς χαρακτήρες.



Κοινός στόχος των ζωγράφων του Φαγιούμ και των ιμπρεσιονιστών, ήταν να συλλάβουν μια στιγμιαία «φωτογραφική εικόνα», να αποδώσουν, να αποτυπώσουν την αμεσότητα αυτού που βλέπουν.



Ο Πλίνιος ισχυρίζεται ότι η ζωγραφική των προσωπογραφιών μετέφερε ανά τους αιώνες το αληθινό ομοίωμα των μορφών.



Πολλά πορτραίτα είναι αναμνηστικά , όπως και οι φωτογραφίες σήμερα. Ο ζωγράφος είναι αυτός που απεικονίζει τη ζωή. Έτσι ο Απίων ο οποίος υπηρετεί στο Ρωμαϊκό ναυτικό στέλνει από το Μισένιουμ στους γονείς του, μ΄ έναν φίλο του την προσωπογραφία του, «την εικόνιν του».

Ο Φίλιππος ο Β΄ υπερήφανος μετά τις τρεις νίκες του
στους Ολυμπιακούς αγώνες,
το 356, το 352 και το 348 π.χ.
έβαλε για πρώτη φορά να χαράξουν πάνω στα νομίσματα το πρόσωπο του.



Οι Ολυμπιονίκες έφθαναν την θεϊκή αίγλη και η γενέτειρα πόλη τους, κατεδάφιζε ένα μέρος από τα τείχη της, πράξη που συμβόλιζε ότι η πατρίδα στην οποία γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει τέτοιο παλικάρι δεν είχε ανάγκη από τα τείχη για την υπεράσπιση της και τον υποδέχονταν ως στρατηγό ο οποίος γύριζε από νικηφόρες εκστρατείες.

Το 358 π.χ. ο Φίλιππος ο Β΄ της Μακεδονίας έκοψε τα πρώτα χρυσά νομίσματα στην Ευρώπη από το χρυσάφι του όρους Παγγαίου και το 356 π.χ. ήταν ο πρώτος θνητός βασιλιάς που άφησε το όνομά του στην πόλη Κρηνίδες, την οποία ονόμασε Φιλίππους.
Ο Φίλιππος Β΄, έκοψε ασημένιο τετράδραχμο για τη νίκη του σε ιπποδρομία στην 106η Ολυμπιάδα το 356 π.χ. και χρυσό στατήρα για τη νίκη του σε αρματοδρομία το 352 ή το 348 π.χ.



Ο διάδοχος του Φιλίππου, Αλέξανδρος ο Γ΄, γνωστός ως Μέγας Αλέξανδρος ο στρατηλάτης, αρχικά εξέδωσε νομίσματα στο όνομα του πατέρα του, αλλά κατά την διάρκεια της εκστρατείας του εναντίον των Περσών, μετά τον προσπορισμό σπουδαίας λείας με την κατάκτηση της Ασίας στα τέλη του 333 π.χ. μετά την νίκη στην Ισσό εκδίδει χρυσά και νέα αργυρά νομίσματα και σηματοδοτεί την απαρχή μιας λαμπρής νομισματοκοπίας.

Η πιο αξιοσημείωτη αλλαγή στην εικονογράφηση των νομισμάτων παρατηρήθηκε την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αφορά στην χρησιμοποίηση του πορτραίτου– προσώπου ηγεμόνων – στη μια πλευρά του νομίσματος.
Κατά την διάρκεια της Ελληνιστικής περιόδου που ακολούθησε τον πρόωρο χαμό του στρατηλάτη οι επίγονοί του υιοθέτησαν την κοπή Αλεξάνδρειων νομισμάτων. Ο σπουδαιότερος όμως νεωτερισμός ήταν η εισαγωγή του πορτραίτου στην νομισματοκοπία.



Ο πρώτος ανάμεσα στους διαδόχους του Αλεξάνδρου που απεικόνισε τον εαυτό του στα νομίσματα είναι ο Πτολεμαίος ο Α΄ το 305 - 304 π.χ. όταν έγινε βασιλιάς της Αιγύπτου.



Ενώ ο Λυσίμαχος, πρώην σωματοφύλακας του Αλεξάνδρου το 297 π.χ. όταν έγινε βασιλιάς της Θράκης χρησιμοποίησε στα νομίσματα του το πιο εντυπωσιακό και δημοφιλές μεταθανάτιο πορτραίτο του θεοποιημένου αρχηγού του.

Η εικόνα του Αλεξάνδρου επιβίωσε πάνω στα νομίσματα ως τον 3ο και τον 4ο αιώνα μΧ.

ς
σε σημείο που να προκαλέσει την αγανάκτηση και την μομφή του Ιωάννου του Χρυσοστόμου για τους δεισιδαίμονες εκείνους που ακόμη εναπόθεταν τις ελπίδες του σε νομίσματα με την εικόνα του Αλεξάνδρου του Μακεδόνα :
"τι αν τις είποι περί των επωδαίς και περιάπτους κεχρημένων; Και νομίσματα χαλκά Αλεξάνδρου του Μακεδόνος ταις κεφαλαίς και τοις ποσί περιδεσμούντων; Αύται αι ελπίδες ημών; Ειπέ μοι, ίνα μετά σταυρόν και θάνατον Δεσποτικόν εις Έλληνος βασιλέως εικόνα τας ελπίδας της σωτηρίς έχομεν;"



ΠΡΟΣΩΠΙΔΑ (α΄μέρος)


ΔΙΨΑ ΓΙΑ ΖΩΗ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ (1ο μέρος)

Στην Αίγυπτο λένε ότι ο Ηρακλής επέμενε να δει τον Δία, αυτός όμως δεν ήθελε να γίνει ορατός από εκείνον (να του φανερώσει δηλαδή το θεϊκό του πρόσωπο). Στο τέλος όμως, επειδή ο Ηρακλής επέμενε πολύ, ο Δίας λένε, μηχανεύτηκε τα εξής:
έγδαρε ένα κριάρι, του έκοψε το κεφάλι, το κράτησε μπροστά του και ντύθηκε το δέρμα του και έτσι παρουσιάστηκε.

Για το λόγο αυτό οι Αιγύπτιοι κατασκευάζουν το άγαλμα του Διός κριοπρόσωπο. Από τους Αιγύπτιους το παρέλαβαν οι Αμμωνίτες, άποικοι Αιγυπτίων και Αιθιόπων των οποίων η γλώσσα είναι κράμα των δύο γλωσσών. Οι Αιγύπτιοι αποκαλούν τον Δία Αμμούν, κι απ’ αυτό πήραν το όνομα τους Αμμώνιοι. Επειδή ο θεός παρουσιάστηκε στον Ηρακλή ως κριάρι, οι Θηβαίοι της Αιγύπτου δεν θυσίαζαν τα κριάρια γιατί τα θεωρούσαν ιερά.
Μια φορά το χρόνο, κατά την εορτή του Διός σφάζουν ένα κριάρι, το γδέρνουν και ντύνουν με το δέρμα του το άγαλμα του Διός, όπως είχε ντυθεί ο θεός και μετά απ’ αυτό φέρνουν κοντά στο άγαλμα, άλλο το οποίο παριστάνει τον Ηρακλή. Αφού το κάνουν αυτό, αυτοί που ανήκουν στον ναό χτυπιούνται (χτυπούν τον εαυτό τους) σαν να πενθούν το κριάρι (θεό) και έπειτα το θάβουν μέσα σε ιερό φέρετρο.

Για τις μεταμφιέσεις των θεών ο Λουκιανός λέει ότι έγιναν εξ αιτίας του πολέμου και της επανάστασης των γιγάντων. Τότε οι θεοί φοβήθηκαν και ήρθαν στην Αίγυπτο, γιατί νόμισαν ότι εκεί θα κρύβονταν από τους εχθρούς τους.
Έτσι ο ένας απ’ αυτούς από τον φόβο του μεταμορφώθηκε σε τράγο, άλλος σε κριάρι άλλος σε άγριο θηρίο, ή πτηνό.
Γι΄ αυτό ακόμη και τώρα οι θεοί διατηρούν τις μορφές που πήραν τότε.
Όλα αυτά βέβαια είναι γραμμένα στα άδυτα για περισσότερα από δέκα χιλιάδες
(10.000) χρόνια.
Αν πας στην Αίγυπτο, τότε μόνο θα δεις πολλά σεβάσμια και αντάξια του ουρανού:
Τον Δία με πρόσωπο κριαριού.
Τον βέλτιστο (πάγκαλο) Ερμή κυνοπρόσωπο δηλαδή με πρόσωπο σκύλου.
Και τον Πάνα ολόκληρο με μορφή τράγου και κάποιον άλλο σαν ίβη ένα αιγυπτιακό πτηνό, το οποίο τρέφεται με σκουλήκια και υδρόβια ζώα, στο οποίο οι Αιγύπτιοι απένειμαν θεϊκές τιμές.
Και άλλον σαν κροκόδειλο ή σαν πίθηκο.

Ενώ ο θεός Δίας μεταμορφώθηκε και πήρε το πρόσωπο του κριαριού ο Ερμής μεταμορφώθηκε σε σκύλο: « μα τι έπαθε ο Ερμής και από νεαρούλης που ήταν έγινε κυνοπρόσωπος»; «μη το πολυψάχνουμε, γιατί εκείνος ξέρει καλύτερα τι κάνει».

Ο θεός λοιπόν παρουσιάστηκε στον άνθρωπο με προσωπίδα ζώου για να μην αποκαλύψει το αληθινό, το θεϊκό του πρόσωπο. Κάποιοι άνθρωποι θέλησαν να παρουσιαστούν σαν θεοί στους άλλους ανθρώπους με τον εξής τρόπο: στην Αθήνα ο Μεγακλής κατηγορείτο πολύ από τους οπαδούς του, γι΄ αυτό ήρθε κρυφά σε συνεννόηση με τον Πεισίστρατο και του πρότεινε να τον βοηθήσει για να ανακτήσει την τυραννίδα εφ΄ όσον θα έπαιρνε ως σύζυγο την κόρη του. Ο Πεισίστρατος αποδέχθηκε την πρόταση και συμφώνησε με τους όρους, οπότε για να τον επαναφέρουν από την εξορία, κατέφυγαν στο εξής πάρα πολύ αφελές τέχνασμα (δεδομένου άλλωστε ότι οι Έλληνες ανέκαθεν διακρίνονταν από τους βαρβάρους, επειδή ήταν ευφυέστεροι και απαλλαγμένοι από την ηλίθια ευπιστία εκείνων) αν πράγματι κατά την εποχή εκείνη μέσα στην Αθήνα, της οποίας οι κάτοικοι φημίζονται ως οι ευφυέστεροι όλων των Ελλήνων, τόλμησαν να σοφιστούν τέτοιου είδους τέχνασμα.

Στον δήμο της Παιωνίας υπήρχε γυναίκα η οποία ονομαζόταν Φύα, η οποία είχε ανάστημα τεσσάρων πήχεων μείον τριών δακτύλων (περίπου 171 εκατοστά), κατά τα άλλα όμως όμορφη στην όψη. Την γυναίκα αυτή την έντυσαν με πανοπλία, την ανέβασαν πάνω σε άρμα και της υπέδειξαν ποια στάση να κρατάει, ώστε να φαίνεται, όσο το δυνατόν πιο επιβλητική και μετά απ’ αυτά την έφεραν στην πόλη της Αθήνας. Είχαν αποστείλει κήρυκες ως προσκόπους, οι οποίοι όταν έφθασαν στην πόλη κήρυσσαν ότι τους είχαν διατάξει. Ιδού τι έλεγαν:
« ω Αθηναίοι, δεχτείτε με τιμές τον Πεισίστρατο, τον οποίο αυτοπροσώπως η Αθηνά ευδόκησε να τιμήσει, όσο κανέναν άλλο άνθρωπο και τον επαναφέρει στην Ακρόπολη της.»

Διασκορπίστηκαν αυτοί στην πόλη και κήρυτταν τα παραπάνω, ενώ εν τω μεταξύ διαδόθηκε στα περίχωρα ότι η Αθηνά επαναφέρει τον Πεισίστρατο και επειδή οι κάτοικοι της πόλεως πίστεψαν ότι η γυναίκα εκείνη ήταν η ίδια η θεά απέτειναν προσευχές προς την Άνθρωπο (σαν να ήταν θεά) και υποδεχόταν τον Πεισίστρατο.

Κι ο θεός κατασκεύασε άνθρωπο σκιάχτρο, όμοιο με το πρωτότυπο του, όπως λέει ο Όμηρος: «ο ασημοδόξαρος Απόλλωνας φτιάχνει γοργά ένα σκιάχτρο, με τον Αινεία τον ίδιο που ‘μοιαζε και στ’ άρματα του ακόμα.»
Και για το πώς πρέπει να είναι αυτός ο άνδρας μας λέει ο Λουκιανός: «το μαλλιαρό του το κορμί και η αγριάδα του δεν είναι άσχημα γιατί είναι αντρίκεια.

Η Μήδεια επίσης μεταμφιέστηκε δίνοντας στο πρόσωπο της μια άλλη όψη: η Μήδεια με κάποιες ισχυρές αλοιφές έβαψε τα μαλλιά της λευκά και γέμισε το πρόσωπο και το σώμα της με ρυτίδες, ώστε όποιος την έβλεπε την θεωρούσε εντελώς γριά και αφού έπεισε ότι ήταν γριά καθάρισε – έβγαλε, την προσωπίδα και εμφανίστηκε χωρίς μάσκα.
Είπε λοιπόν σε μια θυγατέρα του Πελία να της φέρει καθαρό νερό, εκείνη εκτέλεσε αμέσως την εντολή της και λένε πως κλείστηκε σ’ ένα μικρό οικίσκο, όπου αφού έπλυνε ολόκληρο το σώμα της, το καθάρισε από τις επιδράσεις των φαρμάκων. Όταν αποκαταστάθηκε στην προηγούμενη κατάσταση κι εμφανίστηκε στον βασιλιά, προκάλεσε τεράστια κατάπληξη σ΄ όσους την είδαν, που πίστεψαν πως από κάποια θεία πρόνοια μεταλλάχτηκαν τα γηρατειά σε νεότητα κόρης και ομορφιά περίβλεπτη.
Ο μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος Αριστοτέλης λέει ότι η τραγωδία είναι
«μίμηση πράξεως σοβαρής και τελείας».

Γι’ αυτό και ο πρώτος δραματουργός και ηθοποιός στον κόσμο, ο Θέσπις από την Ικαρία της Αττικής
«ψιμυθίω ετραγώδησεν»,
δηλαδή έπαιξε βαμμένος και πρώτος κατασκεύασε μάσκες, τις οποίες φόρεσε και μιμήθηκε θεούς και ήρωες – παραδείγματα προς μίμηση και κακούς, ως παραδείγματα προς αποφυγή. Ο Αριστοφάνης αναφέρει ότι ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης διατηρούσε στο σπίτι του την μεγάλη συλλογή ενδυμάτων και προσωπίδων τις οποίες χρησιμοποιούσαν οι ηθοποιοί στις τραγωδίες του όταν έπαιζαν διάφορους ρόλους.
Ο Ευριπίδης έγραφε ξαπλωμένος στο πάτωμα κι όχι ίσια για να κάνει τους ρόλους των ηθοποιών χωλούς, δηλαδή κουτσούς. Γι’ αυτό φορούσε τα κουρέλια και τα ελεεινά φορέματα για να καταλάβει πως είναι πραγματικά ο φτωχός. Στο σπίτι του διατηρούσε τα ενδύματα των ηθοποιών, δυστυχισμένων, άθλιων, φτωχών, χωλών (κουτσών), ζητιάνων και έκανε τους ηθοποιούς αλλιώτικους να μοιάζουν.
Ο τραγωδός διδάσκαλος λέει για την προσφορά της μίμησης:

«κι όσα δεν έχουμε από την φύση μας,
μας τα προσφέρει μαζεμένα η μίμηση»

και γι΄ αυτούς που μιμούνται την μορφή άλλων, τους ηθοποιούς και φορούν μάσκα και κρύβουν το πρόσωπο τους, τί κρύβουν στ΄ αλήθεια από κάτω;
Ο Μάγνης ο κωμωδιογράφος λέει:
"παράσερνε και ξερίζωνε τις βελανιδιές και τα πλατάνια και τους εχθρούς (στο θέατρο), αλλά στο συμπόσιο δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η Συκοπέδιλη (από φθηνό και εύθραυστο ξύλο συκιάς) δωροδοκία".

Οι ηθοποιοί σύμφωνα με τον Λουκιανό:
"ύστερα περιτυλίχτηκαν το σεμνό όνομα της αρετής, ανασήκωσαν τα φρύδια τους, ρυτίδωσαν τα μέτωπα τους κι αφήνοντας μεγάλες (μακριές) γενειάδες, πηγαινοέρχονται με ψεύτικη αυστηρότητα, κρύβοντας αισχρά κατάπτυστα ήθη, μοιάζοντας πάρα πολύ με τους ηθοποιούς της τραγωδίας, που αν τους βγάλει κανείς τα προσωπεία και τις χρυσοστόλιστες στολές, αυτό που απομένει είναι ένα γελοίο ανθρωπάκι, που είναι έμμισθος σε θεατρικό αγώνα (διαγωνισμό θεάτρου) για επτά (7) δραχμές".

Και πως θα φιλήσεις τον ηθοποιό; Μα αφού βγάλει την μάσκα. "αλλά όπως στο αυγό, μα τον Δία, το τσόφλι, πρέπει να της βγάλεις απ΄ το κεφάλι το λέμμα (το κέλυφος, το περίβλημα – μάσκα) και έτσι να την φιλήσεις".

Η προσωπίδα συνοδεύεται από περούκα, η οποία ονομάζεται περίθετος κεφαλή.
Στην Ελληνική γλώσσα η μάσκα ονομάζεται κόβαλο από το ρήμα κοβαλικεύω που σημαίνει παίζω το ρόλο του κατεργάρη, εξαπατώ. Η μάσκα λοιπόν είναι απάτη, δόλος και κόβαλος θεωρείται ο μασκαράς, ο δόλιος, ο απατεώνας σύμφωνα με τον κωμικό ποιητή Αριστοφάνη.
Το χρώμα της μάσκας είναι ανάλογο με το χρώμα του προσώπου του ανθρώπου, ανάλογα με την κοινωνική του κατάσταση, την ψυχική του διάθεση ή το φύλο του ανθρώπου που παριστάνει:
Η ιδανική γυναίκα πρέπει να είναι σαν την Γαλάτεια,
«λευκόν τυρώ και γάλακτι και καλλίστη και λευκοτάτη»
δηλαδή
«λευκή σαν το τυρί και το γάλα και η ωραιότερη και η πιο άσπρη.»

Οι νέοι είναι καλύτερα να κοκκινίζουν από ντροπή παρά να κιτρινίζουν από τον φόβο τους,
«γιατί ο φόβος κιτρινίζει τα μάγουλα».

Ο ποιητής Μάγνης, ένας από τους πρώτους οι οποίοι δημιούργησαν την αρχαία κωμωδία
«βαπτόμενος βατραχειοίς»,
βαφόταν δηλαδή πράσινος σαν βάτραχος.

Όπως διηγούνται, ο Θησέας μεταμφίεσε άνδρες σε γυναίκες. Λένε δηλαδή ότι ο Θησέας δεν είχε πάρει μαζί του στην Κρήτη όλες τις παρθένους που κληρώθηκαν για να γίνουν τροφή για τον Μινώταυρο, αλλά μεταξύ τους υπήρχαν και δύο νεαροί με γυναικεία μορφή, αλλά εύρωστοι και ανδρείοι και πρόθυμοι στην ψυχή. Αυτούς λοιπόν με θερμά λουτρά και αφού τους κράτησαν στην σκιά, με αλοιφές στα μαλλιά και κάθε δυνατή επιμέλεια ώστε να γίνει απαλό το δέρμα και το χρώμα, αφού τους άλλαξε όσο ήταν δυνατόν με παρθένους και να μην φαίνονται καθόλου ότι διαφέρουν, τους κατέταξε μεταξύ των παρθένων, χωρίς να το αντιληφθεί κανείς. Και όταν επέστρεψε, συμμετείχε της πομπής και αυτός - και οι νεαροί – ντυμένος κατά τον ίδιο τρόπο, όπως ντύνονται όπως φορούν τα κλήματα που ονομάζονται ισχοί.
Τα φορούν προς τιμήν του Διονύσου και της Αριάδνης εις ανάμνησιν του μύθου ή μάλλον γιατί επέστρεψαν στην Αθήνα όταν γινόταν η συγκομιδή των καρπών.

Και οι γυναίκες θέλησαν να μοιάσουν με άνδρες, γι’ αυτό μεταμφιέστηκαν σε άνδρες στις εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη.
Πρώτα – πρώτα δεν ξύρισαν τις μασχάλες τους, και άφησαν τρίχες πιο πυκνές και από δάσος. Όταν έφευγε ο άνδρας τους άλειφαν με λάδι όλο το σώμα τους και καθόταν όλη μέρα στον ήλιο για να μαυρίσουν. Πέταξαν πρώτα απ΄ όλα το ξυράφι για να μαλλιάσουν ολόκληρες για να μη μοιάζουν καθόλου με γυναίκες και φόρεσαν ψεύτικα γένια. Στα πόδια τους είχαν Λακωνικές αρβύλες, στα χέρια τους κράτησαν ανδρικά μπαστούνια ή ρόπαλα και στο σώμα τους φόρεσαν ανδρικά φορέματα. Επίσης δεν έκαιγαν τις τρίχες του αιδοίου τους με λυχνάρι.

Οι Φωκείς λέει ο Ηρόδοτος έστειλαν ανδριάντα στους Δελφούς για το μάντη τους Τελλία ο οποίος καταγόταν από την Ηλεία, γιατί προς όφελος τους σοφίστηκε το εξής: όταν οι Φωκείς περικυκλώθηκαν από τους εχθρούς τους, τους Θεσσαλούς στον Παρνασσό, άλειψε με γύψο εξακόσιους (600) άνδρες, τους άριστους των Φωκέων, καθώς και τα όπλα τους και μ΄ αυτούς επιτέθηκε μέσα στη νύχτα κατά των Θεσσαλών που πανικοβλήθηκαν. Στη συνέχεια πανικοβλήθηκαν και όλοι οι στρατιώτες των Θεσσαλών οι οποίοι νόμισαν ότι έβλεπαν
τέρατα.

Ο μάντης Τελλίας χρησιμοποίησε την προσωπίδα για πρώτη φορά ως παραλλαγή – καμουφλάζ, για στρατιωτικούς σκοπούς και είχε πολλή μεγάλη επιτυχία.